πριγκιπικός

Μεταφράσεις

πριγκιπικός

(prinɟipi'kos) αρσενικό

πριγκιπική

(prinɟipi'ci) θηλυκό

πριγκιπικό

princelyprincier (prinɟipi'ko) ουδέτερο
επίθετο
πολυτελής, πλούσιος πριγκιπικά ρούχα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close