προηγμένος

(προωθήθηκε από προηγμένη)
Μεταφράσεις

προηγμένος

(proiɣ'menos) αρσενικό

προηγμένη

(proiɣ'meni) θηλυκό

προηγμένο

AdvancedavanzadaavancéeрасширенныйZaawansowaneРазширено고급 (proiɣ'meno) ουδέτερο
επίθετο
εξελιγμένος προηγμένη τεχνολογία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close