προκαλώ

Μεταφράσεις

προκαλώ

cause, challenge, provoke, inducecauser, avoir pour effet, créer, déclencher, défier, donner lieu à, engendrer, entraîner, être à l'origine de, faire naître, occasionner, produire, provoquer, lancer un défiيَتَحَدَّى, يُسَبِّبُzpochybnit, způsobitforårsage, udfordreherausfordern, verursachencausar, cuestionar, desafiaraiheuttaa, haastaaizazvati, prouzročitiprovocare, sfidare引き起こす, 挑戦する도전하다, 원인이 되다uitdagen, veroorzakenforårsake, utfordrespowodować, wyzwaćcausar, desafiarоспаривать, послужить причинойorsaka, utmanaท้าทาย, ทำให้เกิดmeydan okumak, yol açmakgây ra, thách thức引起, 挑战 (proka'lo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. γίνομαι αιτία προκαλώ αλλεργία σε κπ προκαλώ ένταση
2. κάνω κπ να αντιδράσει αρνητικά προκαλώ κπ (σε καβγά)
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close