προκλητικός

(προωθήθηκε από προκλητική)
Μεταφράσεις

προκλητικός

(prokliti'kos) αρσενικό

προκλητική

(prokliti'ci) θηλυκό

προκλητικό

provocative, challengingprovocateur, ambitieuxصَعْبnáročnýudfordrendeherausfordernddesafiante, que constituye un desafíohaastavaizazovanstimolante挑戦的な도전적인uitdagendutfordrendeambitnydesafianteпобуждающий, провокационныйsvårที่ท้าทายzorlayıcıđầy thách thức有挑战性的 (prokliti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που προκαλεί προκλητική αντίδραση προκλητική πράξη
2. τολμηρός προκλητικό ντύσιμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close