προκόβω

Μεταφράσεις

προκόβω

thrive (pro'kovo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
προοδεύω προκόβω στις σπουδές μου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close