προκύπτω

Μεταφράσεις

προκύπτω

accrue, arise, ensue, result, turn outيَنْتَهِي, يَنْجُمُdopadnout, mít za následekende, resultereausschalten, resultierenocasionar, resultar, salirjohtaa johonkin, sammuttaaentraîner, s’avérerproizaći, rezultiratirisultare, spegnere消す, 結果として生じる기인하다, 되다aflopen, resulterenprodusere, resultereokazać się, wyniknąćconstatar, resultarоказыаться, проистекатьresultera, släckaเป็นผลให้, กลับกลายเป็นsöndürmek, sonucu olmakdẫn đến, hóa ra原来是, 导致 (pro'cipto)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
συμβαίνει κτ ως αποτέλεσμα Από τη μελέτη προέκυψαν δύο συμπεράσματα.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close