προνομιούχος

(προωθήθηκε από προνομιούχο)
Μεταφράσεις

προνομιούχος

(pronomi'uxos) αρσενικό

προνομιούχα

(pronomi'uxa) θηλυκό

προνομιούχο

privileged特权特權privilegeretetuoikeutettu特権특권 (pronomi'uxo) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει προνόμια Είναι προνομιούχος. προνομιούχες κοινωνικές τάξεις
2. που παρέχει προνόμια έχω προνομιούχα θέση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close