προσηλυτίζω

Μεταφράσεις

προσηλυτίζω

(prosili'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
επηρεάζω κπ στις θρησκευτικές ή ιδεολογικές του επιλογές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close