προσιτός

(προωθήθηκε από προσιτό)
Μεταφράσεις

προσιτός

(prosi'tos) αρσενικό

προσιτή

(prosi'ti) θηλυκό

προσιτό

erschwinglich, zugänglichaccessible, affordable, approachableabordable, accessibleaccesibleaccessibiletoegankelijkдостъпниpřístupnéנגישアクセス (prosi'to) ουδέτερο
επίθετο
1. που πλησιάζεται εύκολα προσιτή παραλία
2. φιλικός προσιτός άνθρωπος
3. φτηνός προσιτές τιμές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close