προσκρούω

Μεταφράσεις

προσκρούω

clash, crash (pro'skruo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. τρακάρω προσκρούω σε τοίχο
2. μεταφορικά βρίσκω εμπόδιο προσκρούω στα συμφέροντα κάποιου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close