προσόν

Μεταφράσεις

προσόν

qualification, asset, virtuequalification, atoutمُؤَهَّلkvalifikacekvalifikationQualifikationcalificación, cualificacióntutkintokvalifikacijaqualifica資格자격kwalificatiekvalifikasjonkwalifikacjaqualificaçãoрезультаты выполненного экзаменаutbildningคุณสมบัติniteliktrình độ资质, 资格квалификация資格 (pro'son)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το προτέρημα Το προσόν του είναι η υπομονή.
2. ικανότητα Του λείπουν κάποια προσόντα.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close