προχωράω

Μεταφράσεις

προχωράω

(proxo'rao)

προχωρώ

(proxo'ro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βαδίζω μπροστά προχωράω αργά
2. συνεχίζω Προχωρήστε στο επόμενο κεφάλαιο.
3. εξελίσσομαι Προχωράμε καλά.
4. εξαπλώνομαι Η μόλυνση έχει προχωρήσει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close