πρωταρχικός

Μεταφράσεις

πρωταρχικός

(protarçi'kos) αρσενικό

πρωταρχική

(protarçi'ci) θηλυκό

πρωταρχικό

primaryпервичныйprimaireпървичниprimárníプライマリ (protarçi'ko) ουδέτερο
επίθετο
βασικός, ο πιο σημαντικός παίζω πρωταρχικό ρόλο σε κτ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close