πρόσκαιρος

(προωθήθηκε από πρόσκαιρο)
Μεταφράσεις

πρόσκαιρος

('prosceros) αρσενικό

πρόσκαιρη

('prosceri) θηλυκό

πρόσκαιρο

temporary ('proscero) ουδέτερο
επίθετο
προσωρινός πρόσκαιρη επιδείνωση του καιρού
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close