πρόσκαιρος

(προωθήθηκε από πρόσκαιρο)
Μεταφράσεις

πρόσκαιρος

('prosceros) αρσενικό

πρόσκαιρη

('prosceri) θηλυκό

πρόσκαιρο

temporary ('proscero) ουδέτερο
επίθετο
προσωρινός πρόσκαιρη επιδείνωση του καιρού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close