πρόσταγμα

Μεταφράσεις

πρόσταγμα

('prostaɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
εντολή, διαταγή
έχω την εξουσία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close