πρόσφατος

(προωθήθηκε από πρόσφατο)
Μεταφράσεις

πρόσφατος

('prosfatos) αρσενικό

πρόσφατη

('prosfati) θηλυκό

πρόσφατο

recent, latesttuore, äskettäinenrécentrecenterecenteny, nyligyeninieuw, recentأَخِيرnedávnýnyligkürzlichreciente, recientesnedavni最近の최근의nyligostatniнедавнийเร็วๆ นี้gần đây新近的 ('prosfato) ουδέτερο
επίθετο
κοντινός στο χρόνο πρόσφατα γεγονότα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close