πρόσχημα

Μεταφράσεις

πρόσχημα

pretextpretextoVorwandpretestoprétextepretexto借口藉口påskud구실förevändning ('prosçima)
ουσιαστικό ουδέτερο
πρόφαση, αφορμή Έφυγε με πρόσχημα τη δουλειά του.
κάνω κτ να φαίνεται αποδεκτό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close