πρόσωπο

Μεταφράσεις

πρόσωπο

Gesichtface, figure, people, personkasvotvisagerosto, faceوَجْهobličejansigtcaraliceviso얼굴gezichtansikttwarzлицоansikteใบหน้าyüzmặt ('prosopo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το μπροστινό μέρος του κεφαλιού φωτεινό πρόσωπο
2. άτομο άγνωστα πρόσωπα
3. ο ρόλος το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close