πρόχειρος

(προωθήθηκε από πρόχειρη)
Μεταφράσεις

πρόχειρος

('proçiros) αρσενικό

πρόχειρη

('proçiri) θηλυκό

πρόχειρο

handy, haphazard, makeshift, rough, sketchy ('proçiro) ουδέτερο
επίθετο
1. προσωρινός πρόχειρο κατάλυμα
2. όχι προσεγμένος πρόχειρη κατασκευή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close