πρώην

Μεταφράσεις

πρώην

former, ex-, oldancien, exسَابِقbývalýtidligereehemaligantiguo, exentinenbivšiex以前の전의voormaligforegåendepoprzednianteriorбывшийföregåendeก่อนหน้านี้eskingười tiền nhiệm以前的, Бившатаלשעבר ('proin)
επίθετο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
χαρακτηρισμός προηγούμενης ιδιότητας πρώην σύζυγος πρώην γραμματέας
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close