πτυσσόμενος

(προωθήθηκε από πτυσσόμενη)
Μεταφράσεις

πτυσσόμενος

(pti'somenos) αρσενικό

πτυσσόμενη

(pti'someni) θηλυκό

πτυσσόμενο

folding, foldablepliantقَابِلٌ لِلطَيّskládacísammenklappeligzusammenklappbarplegablekokoonpantavasklopivpieghevole折りたたみの접는opvouwbaarsammenfoldetskładanydobrávelскладнойhopvikbarที่พับเก็บได้katlanırcó thể gấp được可折叠的 (pti'someno) ουδέτερο
επίθετο
που διπλώνει πτυσσόμενη καρέκλα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close