πυρ

Μεταφράσεις

πυρ

(pir)
ουσιαστικό ουδέτερο
πληθυντικός πυρά (pi'ra)
λόγιο η φωτιά
έξαλλος από οργή

πυρ

focFeuerfirefuegofeufuocofogobrandbrandאשไฟ
επιφώνημα
παρότρυνση για επίθεση Πυρ!
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close