πυρετώδης

(προωθήθηκε από πυρετώδες)
Μεταφράσεις

πυρετώδης

(pire'toðis) αρσενικό-θηλυκό

πυρετώδες

fiebrigfeverishfiévreux (pire'toðes) ουδέτερο
επίθετο
πολύ έντονος πυρετώδης δραστηριότητα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close