πυρηνικός

(προωθήθηκε από πυρηνική)
Μεταφράσεις

πυρηνικός

(pirini'kos) αρσενικό

πυρηνική

(pirini'ci) θηλυκό

πυρηνικό

nuclearنَوَوِيّjadernýatom-nuklearnuclearydin-nucléairenuklearninucleare原子力の핵의nucleairkjerne-nuklearnynuclearядерныйkärn-เกี่ยวกับนิวเคลียร์nükleerthuộc hạt nhân核子的, גרעיני (pirini'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. φυσική σχετικός με τον πυρήνα του ατόμου πυρηνική φυσικήενέργεια
2. σχετικός με την πυρηνική ενέργεια πυρηνικά όπλα πυρηνικό ατύχημα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close