ρέψιμο

Μεταφράσεις

ρέψιμο

burp, belchتـَجَشُّؤříhnutíbøvsRülpsereructoröyhtäysrotpodrigivanjeruttoげっぷ트림boerrapbeknięciearrotoотрыжкаrapการเรอgeğirmetiếng ợ打嗝 ('repsimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
το να ρεύεται κν
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close