ρίζωμα

Μεταφράσεις

ρίζωμα

('rizoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να ριζώνει ένα φυτό το ρίζωμα δέντρου
2. μεταφορικά το να στεριώνει κν σε κπ τόπο το ρίζωμα σε νέο τόπο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close