ρίψη

Μεταφράσεις

ρίψη

('ripsi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. πέταγμα Απαγορεύεται η ρίψη σκουπιδιών.
2. βολή η ρίψη ακοντίου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close