ραγδαίος

(προωθήθηκε από ραγδαίο)
Μεταφράσεις

ραγδαίος

(ra'ɣðeos) αρσενικό

ραγδαία

(ra'ɣðea) θηλυκό

ραγδαίο

fulgurant (ra'ɣðeo) ουδέτερο
επίθετο
1. δυνατός ραγδαία βροχή
2. μεταφορικά πολύ γρήγορος ραγδαίες εξελίξεις
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close