ρεαλιστικός

(προωθήθηκε από ρεαλιστικό)
Μεταφράσεις

ρεαλιστικός

(realisti'kos) αρσενικό

ρεαλιστική

(realisti'ci) θηλυκό

ρεαλιστικό

realisticréalisteوَاقِعِيّrealistickýrealistiskrealistischrealistarealistinenrealističanrealistico現実的な현실적인realistischrealistiskrealistycznyrealístico, realistaреалистичныйrealistiskเป็นจริงgerçekçicó óc thực tế现实的, 现实реалистичен現實 (realisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που ανήκει στο κίνημα του ρεαλισμού ρεαλιστικό έργο
2. παραστατικός ρεαλιστική περιγραφή
3. που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ρεαλιστική λύση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close