ρευματισμοί

Μεταφράσεις

ρευματισμοί

rheumatism (revmati'zmi)
ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός
πάθηση των αρθρώσεων
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close