ρευματισμοί

Μεταφράσεις

ρευματισμοί

rheumatism (revmati'zmi)
ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός
πάθηση των αρθρώσεων
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close