ρευστός

(προωθήθηκε από ρευστή)
Μεταφράσεις

ρευστός

(ref'stos) αρσενικό

ρευστή

(ref'sti) θηλυκό

ρευστό

liquidliquide (ref'sto) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι στερεός ρευστά υλικά
2. που μεταβάλλεται συνεχώς ρευστή κατάσταση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close