ρουφάω

Μεταφράσεις

ρουφάω

(ru'fao)

ρουφώ

(ru'fo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πίνω ρουφάω χυμό
2. εισπνέω ρουφάω τσιγάρο
3. απορροφώ ύφασμα που ρουφάει τα υγρά
4. μεταφορικά αφομοιώνω ρουφάω πληροφορίες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close