ρουφάω

Μεταφράσεις

ρουφάω

(ru'fao)

ρουφώ

(ru'fo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πίνω ρουφάω χυμό
2. εισπνέω ρουφάω τσιγάρο
3. απορροφώ ύφασμα που ρουφάει τα υγρά
4. μεταφορικά αφομοιώνω ρουφάω πληροφορίες
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close