σ

(προωθήθηκε από σ)
Μεταφράσεις

σ

c, s (s)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
σίγμα, το δέκατο όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close