σαδιστικός

(προωθήθηκε από σαδιστικό)
Μεταφράσεις

σαδιστικός

(saðisti'kos) αρσενικό

σαδιστική

(saðisti'ci) θηλυκό

σαδιστικό

sadisticsadique (saðisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με το σαδισμό σαδιστικό χαμόγελο Είναι σαδιστικός με τους μαθητές του.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close