σαλτάρω

Μεταφράσεις

σαλτάρω

(sal'taro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα) οικείο
1. πηδάω ψηλά Σάλταρε στο ποδήλατο κι εξαφανίστηκε. σαλτάρω απ' το παράθυρο
2. οικείο τρελαίνομαι Έχει σαλτάρει από τότε που χώρισε.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close