σαπίζω

Μεταφράσεις

σαπίζω

(sa'pizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. όταν χαλάει κτ από την υγρασία Η πολλή υγρασία κάνει τις ρίζες να σαπίσουν.
2. οικείο αναστατώνω τη ζωή κάποιου Μ' έχουν σαπίσει στα φάρμακα.
τον χτυπάω πολύ Όταν μέθαγε, σάπιζε τη γυναίκα του στο ξύλο.

σαπίζω

rot, decay, decomposeيَتَعَفَّنُhnítrådneverfaulenpudrirsemädäntyäpourrirtrulitimarcire腐る썩다rottenråtnezgnićapodrecerгнитьruttnaเน่าçürümekthối rữa腐烂
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
γίνομαι σάπιος Τα φρούτα σάπισαν. η σάρκα σαπίζει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close