σαπίλα

Μεταφράσεις

σαπίλα

(sa'pila)
ουσιαστικό θηλυκό οικείο
η μυρωδιά από κτ που έχει σαπίσει μυρίζει σαπίλα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close