σαράκι

Μεταφράσεις

σαράκι

woodworm (sa'raci)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. σκουλήκι που τρώει το ξύλο Το τραπέζι μας το έφαγε το σαράκι.
2. μεταφορικά πολύ μεγάλη έννοια Με τρώει το σαράκι.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close