σαρκικός

(προωθήθηκε από σαρκικό)
Μεταφράσεις

σαρκικός

(sarci'kos) αρσενικό

σαρκική

(sarci'ci) θηλυκό

σαρκικό

charnelcarnal (sarci'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τη σάρκα σαρκικές επιθυμίες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close