σαρκώδης

Μεταφράσεις

σαρκώδης

(sar'koðis) αρσενικό-θηλυκό

σαρκώδες

fleshycarnosacarnosacarnudo肉质肉質בשרני다육 (sar'koðes) ουδέτερο
επίθετο
που έχει πλούσια σάρκα σαρκώδη χείλη σαρκώδες φρούτο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close