σεξ

Μεταφράσεις

σεξ

sexsexeמיןsexoSexsessoсексsexoالجنسСекс性别性別Sexセックスเพศ (seks)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
η ερωτική πράξη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close