σεξ

Μεταφράσεις

σεξ

sexsexeמיןСексالجنسセックスсексSexsesso性別เพศSex性别sexosexo (seks)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
η ερωτική πράξη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close