σηκώνομαι

Μεταφράσεις

σηκώνομαι

rise, get up, stand upيَنْهَضُstát, vstátrejse (sig), stå opaufstehenlevantarse, ponerse en pienousta ylös, seistase leverstajati, ustatialzarsi起きる, 起立する일어나다, 일어서다opstaanstå oppstanąć, wstaćestar de pé, levantar-seвставать, стоятьsätta sig emot, stiga uppยืนขึ้น, ลุกขึ้นhakkını savunmak, kalkmakđứng dậy, đứng lên起床, 起立 (si'konome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. από καθιστός στέκομαι όρθιος σηκώνομαι από τη θέση μου
2. ξυπνάω σηκώνομαι νωρίς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close