σκέπασμα

Μεταφράσεις

σκέπασμα

lidtapadekselغطاءкапакkansiふた ('scepazma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το αντικείμενο με το οποίο σκεπάζουμε κτ ή κπ το σκέπασμα της κατσαρόλας
2. κουβέρτα το σκέπασμα του κρεβατιού
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close