σκανδαλιστικός

(προωθήθηκε από σκανδαλιστικό)
Μεταφράσεις

σκανδαλιστικός

(skanðalisti'kos) αρσενικό

σκανδαλιστική

(skanðalisti'ci) θηλυκό

σκανδαλιστικό

مُرَوِّعšokujícíchokerendeschockierendshockingespeluznantejärkyttävächoquantšokantanscioccanteショッキングな충격적인schokkerendsjokkerendewstrząsającychocanteшокирующийchockerandeซึ่งตกใจสุดขีดyüz kızartıcırất tồi令人震惊的 (skanðalisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που σοκάρει σκανδαλιστικό έργο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close