σκανδαλώδης

(προωθήθηκε από σκανδαλώδες)
Μεταφράσεις

σκανδαλώδης

(skanða'loðis) αρσενικό-θηλυκό

σκανδαλώδες

outrageous, scandalousscandaleux, effarantشَنِيعٌneslýchanýoprørendeempörendescandalosojärkyttäväskandalozanatroceとんでもない무례한buitensporigopprørendeoburzającyultrajante, escandalosoвозмутительныйskandalösผิดปรกติและน่าตกใจdehşet vericihung bạo蛮横的 (skanða'loðes) ουδέτερο
επίθετο
που μπορεί να εξελιχθεί σε σκάνδαλο σκανδαλώδης αδιαφορία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close