σκηνογράφος

Μεταφράσεις

σκηνογράφος

(scino'ɣrafos)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
αυτός που δημιουργεί τα σκηνικά μιας παράστασης
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close