σκηνοθετημένος

(προωθήθηκε από σκηνοθετημένο)
Μεταφράσεις

σκηνοθετημένος

(scinoθeti'menos) αρσενικό

σκηνοθετημένη

(scinoθeti'meni) θηλυκό

σκηνοθετημένο

(scinoθeti'meno) ουδέτερο
επίθετο
μεταφορικά στημένος Αυτός ο αγώνας είναι σκηνοθετημένος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close