σκλαβώνω

Μεταφράσεις

σκλαβώνω

enslave, slaveيُكَدِّحُotročitslaveschuftenesclavizarraataatrimerrobovatilavorare come uno schiavo奴隷のように働く혹사하다uitsloven (zich)slavetyraćescravizarвыполнять тяжелую работуslavaทำงานอย่างหนักköle gibi çalışmaklàm việc như nô lệ辛勤努力 (skla'vono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κπ να είναι σκλάβος σκλαβώνω ένα λαό
2. μεταφορικά γοητεύω Η ομορφιά της με σκλάβωσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close