σκοτώνω

Μεταφράσεις

σκοτώνω

töten, umbringenkill, murdermortigimatartueramazzare, ucciderenecare, occideredodenzabićmataröldürmekيَقْتُلُzabítdræbetappaaubiti殺す죽이다drepeубиватьdödaถูกฆ่าgiết杀死להרוג (sko'tono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. θανατώνω Τον σκότωσε για τα λεφτά του.
2. μεταφορικά ρίχνω κπ σε απελπισία Η σιωπή του με σκοτώνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close