σκουριάζω

Μεταφράσεις

σκουριάζω

(skur'jazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πιάνω σκουριά Τα κάγκελα σκουριάζουν.
2. μεταφορικά παύω να είμαι ευλύγιστος Με την υγρασία έχω σκουριάσει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close